ρύπτω

Α
1. καθαρίζω κάτι από τους ρύπους, από τις ακαθαρσίες που έχει
2. (ιδίως) πλένω κάτι με σαπούνι ή με σταχτόνερο
3. παροιμ. φρ. «ἐξ ὅτου 'γὼ ῥύπτομαι» — αφ' ότου άρχισα να πλύνομαι, δηλαδή από την παιδική μου ηλικία (Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥύπος + ενεστωτικό επίθημα *ye/°-, πιθ. κατά το νίπτω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥύπτω — cleanse pres subj act 1st sg ῥύπτω cleanse pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύπτον — ῥύπτω cleanse pres part act masc voc sg ῥύπτω cleanse pres part act neut nom/voc/acc sg ῥύπτω cleanse imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ῥύπτω cleanse imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύπτεσθε — ῥύπτω cleanse pres imperat mp 2nd pl ῥύπτω cleanse pres ind mp 2nd pl ῥύπτω cleanse imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύψαι — ῥύπτω cleanse aor imperat mid 2nd sg ῥύπτω cleanse aor inf act ῥύψαῑ , ῥύπτω cleanse aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύψει — ῥύπτω cleanse aor subj act 3rd sg (epic) ῥύπτω cleanse fut ind mid 2nd sg ῥύπτω cleanse fut ind act 3rd sg ῥύψις cleansing fem nom/voc/acc dual (attic epic) ῥύψεϊ , ῥύψις cleansing fem dat sg (epic) ῥύψις cleansing fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύψω — ῥύπτω cleanse aor subj act 1st sg ῥύπτω cleanse fut ind act 1st sg ῥύπτω cleanse aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτόμεθα — ῥύπτω cleanse pres ind mp 1st pl ῥύπτω cleanse imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτόμενον — ῥύπτω cleanse pres part mp masc acc sg ῥύπτω cleanse pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυπτόντων — ῥύπτω cleanse pres part act masc/neut gen pl ῥύπτω cleanse pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυψόμεθα — ῥύπτω cleanse aor subj mid 1st pl (epic) ῥύπτω cleanse fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.